Μπούντο


Με το όρο μπούντο (αγγλικά: budo, ιαπωνικά: 明朝) περιγράφονται τα ιαπωνικά πολεμικά συστήματα ή οι ιαπωνικές πολεμικές τέχνες. Συνδυάζοντας τα ιδεογράμματα μπου (bu, 明朝), που μεταφράζεται ως ΄πόλεμος’ ή ‘πολεμικός’ και ντο (do, ), που σημαίνει ‘δρόμος’ ή ‘μονοπάτι’, η κυριολεκτική μετάφραση του μπούντο είναι ‘πολεμικός δρόμος. Ωστόσο το ντο αναφέρεται στην διανοητική αναζήτηση του ατόμου μέσω της φυσικής άσκησης στις συγκεκριμένες τεχνικές με σκοπό την καλυτέρευση του ατόμου και της κοινωνίας. Κατά συνέπεια στο μπούντο ο ασκούμενος αντιπαλεύεται κυρίως την κακή πλευρά του εαυτού του, που αναπόφευκτα επηρεάζει αρνητικά και τους συνανθρώπους του, ενδυναμώνοντας διανοητικά και σωματικά.

Κατά το τέλος της εποχής Τάισο (1918-1925) ο όρος μπούντο τέθηκε πρακτικά σε ευρεία χρήση για την περιγραφή όλων των σύγχρονων ιαπωνικών πολεμικών συστημάτων, αν και σήμερα πολλές φορές η λέξη χρησιμοποιείται ανεξαρτήτως για το εάν μιλάμε για κλασσικές σχολές (κορίου, κομπούντο ή μπουτζούτσου) ή για τις σύγχρονες πολεμικές τέχνες (γκεντάι μπούντο, σινμπούντο), δηλαδή αυτές που ιδρύθηκαν μετά την Παλινόρθωση Μεϊτζί, το 1868, και περιλαμβάνουν τα συστήματα που αναγνωρίζονται επίσημα απο τον Ιαπωνικό Σύνδεσμο Μπούντο (Japanese Budo Association)

Με την μεγάλη δημοφιλία των ιαπωνικών πολεμικών συστημάτων, εκτός Ιαπωνίας, των τελευταίων δεκαετιών, επήλθε και μια σύγχυση στη χρήση του όρου μπούντο απο την μεγάλη έμφαση που δόθηκε στις διαφορές του απο ένα άλλον όρο που επίσης χρησιμοποιείται για τα ιαπωνικά πολεμικά συστήματα· του μπουτζούτσου (bujutsu), με τον τελευταίο να θεωρείται - ως ιστορικά προγενέστερος, ότι δίνει λιγότερη έμφαση στην διανοητική καλλιέργεια του ατόμου, ενώ επικεντρώνεται στην πρακτική πλευρά της εφαρμογής των τεχνικών, αποδίδοντας του μια πιο ρεαλιστική αντίληψη όσον αφορά τη πραγματική μάχη.

Σήμερα η αντίληψη ότι υπάρχουν δραματικές διαφορές στην άσκηση ενός συστήματος μπούντο απο ένα μπουτζούτσου έχει εν πολλοίς εκπέσει, δεδομένου του τρόπου που ασκούνται, αλλά και του σκοπού που εξυπηρετούν στην σύγχρονη κοινωνία. Κατά συνέπεια τώρα πια οι όποιες διαφορές είναι φιλολογικού (και ουχί φιλοσοφικού ή πρακτικού) και κυρίως ιστορικού περιεχομένου. Γι’ αυτό και σήμερα στην Ιαπωνία τα δύο αναγνωρισμένα κεντρικά σώματα κλασσικών (παλαιών) πολεμικών συστημάτων, το Nippon Kobudo Shinkokai και το Nippon Kobudo Kyokai, χρησιμοποιούν το όρο κομπούντο (αγγλικά: Kobudo), όπου κο σημαίνει παλαιό.

Ο λόγος που δημιουργήθηκαν αρχικά τα κομπούντο ή κορίου (παλαιές, κλασσικές σχολές) διαφέρει απο την ανάγκη και τις συνθήκες που είχαν ως αποτέλεσμα την ίδρυση των γκεντάι μπούντο (ελληνικά: σύγχρονα μπούντο, αγγλικά: gendai budo), ωστόσο η αιτία της ίδρυσης των ιαπωνικών πολεμικών συστημάτων δεν διαφέρει καθόλου απο τις αιτίες που οδήγησαν και τους υπόλοιπους πολιτισμούς κατά τόν ῥοῦν της ιστορίας να καλλιεργήσουν τρόπους μάχης. Η διαφορά είναι ότι τα ιαπωνικά συστήματα μάχης οργανώθηκαν, καταγράφηκαν και διασώθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απο ότι συνέβη σε άλλα μέρη.

Αποτέλεσμα είναι το μπούντο να εγκαθιδρυθεί ως βασικό τμήμα του ιαπωνικού πολιτισμού. Οι λόγοι που συνέβη αυτό είναι πολλοί. Τα πολεμικά συστήματα της Ιαπωνίας συνδέθηκαν με το κοινωνικό στάτους της άρχουσας τάξης των μπούσι (ευγενών πολεμιστών), με τον ισχυρό θεσμό της οικογενείας (φατρίας), στην αργή εξέλιξη των όπλων λόγω της απομόνωσης της χώρας, την πολιτική, την κοσμοθεωρία κ.α.

Αρχικά το τόξο και το δόρυ υπήρξαν τα κύρια όπλα μάχης για τους Ιάπωνες. Ωστόσο κατά την Περίοδο Τοκουγκάουα ή Περίοδος Έντο (1603-1868), μια μακρά εποχή σχετικής ειρήνης και κοινωνικής και πολιτιστικής άνθισης, το ξίφος έγινε το κεντρικό εργαλείο άσκησης. Τότε πολλά πολεμικά συστήματα αναπτύχθηκαν ή μετεξελίχθηκαν απο προηγούμενα πιο καθαρά μαχητικά συστήματα. Οι σχολές και τα στυλ που αναπτύχθηκαν ήταν εξαιρετικά ποικίλα, με τεράστιες διαφορές όσον αφορά στα εκπαιδευτικά μέσα, στις μεθόδους και στη φιλοσοφία. Τούτου λεχθέντος, σήμερα όλα τα ιαπωνικά πολεμικά συστήματα μοιράζονται την ίδια προέλευση, ενώ ομαδοποιούνται γενικά, όπως προαναφέρθηκε, σε σύγχρονα και κλασσικά με κριτήριο το εάν υπήρχαν αυτοτελώς πριν την Παλινόρθωση Μειτζί (1868).

Η διάλυση της τάξης των ευγενών-πολεμιστών το 1876 και η απαγόρευση των ντάισο (δύο ξίφη), ως κοινωνικό σύμβολο των μπούσι έδωσε νέα ώθηση στην ανοιχτή καλλιέργεια και εξέλιξη των πολεμικών συστημάτων ως μεθόδου ηθικής και φυσικής διαπαιδαγώγησης για καθημερινούς πολίτες, ενώ την ίδια στιγμή άρχισαν να εξελίσσονται τα άοπλα συστήματα. Πολλές φορές μιλάμε για προπόνηση στα μπούντο, ωστόσο ο ορθός όρος είναι κέικο (keiko), που σημαίνει τη «μελέτη του παρελθόντος» και γι’ αυτό ο χώρος άσκησης ονομάζεται ντότζο (dojo), ο τόπος, δηλαδή, άσκησης του δρόμου και όχι γυμναστήριο. Η άσκηση σε προκαθορισμένες φόρμες (κάτα, kata) αποτελεί άλλο ένα σημαντικό στοιχείο των μπούντο, ως έκφραση της ευπρέπειας και της εθιμοτυπίας, ενώ το σύστημα βαθμονόμησης των κιού και νταν, ενθαρρύνει και σηματοδοτεί την πρόοδο. Η εισαγωγή των αγώνων σε κάποιες σύγχρονες ιαπωνικές πολεμικές τέχνες, αν και στην εξέλιξη της – και ειδικά μέσω της διεθνοποίησης των συστημάτων- επηρεάστηκε απο το δυτικό μοντέλο του Ολυμπιακού αθλητισμού, προϋπήρχε ως μέσο εξάσκησης και δοκιμασίας μέσω της αρμονικής συνεύρεσης των συνασκουμενων.

Τον καιρό διαδικτύου και της άμεσης πληροφόρησης, φαινόμενα που ταλανίζανε την παγκόσμια σκηνή των πολεμικών τεχνών, με συστήματα και εκπαιδευτές που ισχυρίζονταν οτι ήθελαν, φαίνεται, αν όχι να έχουν εξαλειφθεί, τουλάχιστον να έχουν μετριαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό.

Ο ορισμός του τι είναι "μπούντο" μπορεί να διαθέτει διάφορες προσεγγίσεις (η προσωπική μου είναι ότι η έννοια του μπούντο μπορεί, πια, να περιλαμβάνει και τα σύγχρονα - γκεντάι μπούντο, σινμπούντο - και τα κλασσικά μπούντο - κορίου, κομπούντο, ρίουχα μπουτζούτσου), ωστόσο υπάρχει μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, που δεν το περιορίζουν, αλλά αντιθέτως φωτίζουν το κόνσεπτ.

Προφανώς αυτό το πλαίσιο ορίζεται απο την εθνικότητα του συστήματος ανεξαρτήτως του ονόματος που χρησιμοποιεί, καθώς και εάν είναι ένα αναγνωρισμένο σύστημα απο τα επίσημα θεσμικά/κρατικά όργανα των πολεμικών τεχνών στην Ιαπωνία. Πρέπει να έχουμε συνεχώς στο νου μας ότι η εκμάθηση ενός μπούντο, εκτός απο φυσική και διανοητική μελέτη, είναι και πολιτισμική. Με άλλα λόγια γινόμαστε, ως ένα σημείο, δέκτες του ιαπωνικού πολιτισμού.

Ο Ιαπωνικός Σύνδεσμος του Μπούντο (Nippon Budo Kyogikai) αναγνωρίζει τις ακόλουθες οργανώσεις σύγχρονων μπούντο:
All Japan Judo Federation
All Japan Kendo Federation
All Japan Kyudo Federation
Japan Sumo Federation
Japan Karatedo Federation
Aikikai Foundation
Shorinji Kempo Federation
All Japan Naginata Federation
 All Japan Jukendo Federation

Κάποιες απο αυτές τις οργανώσεις είναι παραπάνω απο αυτό που ονομάζουμε "στυλ" και λειτουργούν ως νομικές ομπρέλες, περιλαμβάνοντας άνω του ενός "στυλ" ή/και οργανώσεων. Όλες αυτές αντιπροσωπεύονται σε διεθνές επίπεδο απο διεθνείς ομοσπονδίες με μέλη (συνήθως μέλη-κράτη) απο ολόκληρο τον κόσμο, με αναγνώριση είτε απο την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ), είτε απο άλλα παγκόσμια σώματα που αναγνωρίζει η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή.

Στην περίπτωση των κλασσικών μπούντο, τα δύο κορυφαία όργανα που επικυρώνουν αυτό που η κάθε παράδοση ισχυρίζεται, είναι τα Nippon Kobudo Shinkokai και Nippon Kobudo Kyokai. Η συνεχής ροή μέσα στην ιστορία είναι πολύ σημαντική για να κριθεί εάν μια ρίου είναι κλασσική ή όχι και περιλαμβάνει αρκετές επιστήμες, για την επικύρωση των ιστορικών εγγράφων που προσκομίζει η κάθε μια. Ναι, δεν ενδιαφέρονται όλες οι κλασσικές ρίου να μπουν στις λίστες των Nippon Kobudo Shinkokai και Nippon Kobudo Kyokai και υπάρχουν κάποιες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται, ωστόσο αυτές μόνο τυχαία μπορείτε να τις ακούσετε απο πολύ ελάχιστα άτομα.

Η αναγνώριση απο τα σχετικά όργανα είναι αυτή που και κύρος δίνει και διασφάλιση στο "τι κάνουμε'" και '"πως το κάνουμε". Και αυτό το 'πως' το επεκτείνω στα πεδία της διαπίστευσης και της ασφάλειας. Ειδικά το τελευταίο.

ΙΣΤΟΡΙΑ
H αιτία της ίδρυσης των ιαπωνικών πολεμικών συστημάτων δεν διαφέρει καθόλου απο τις αιτίες που οδήγησαν και τους υπόλοιπους πολιτισμούς κατά τόν ῥοῦν της ιστορίας να καλλιεργήσουν τρόπους μάχης. Η διαφορά είναι ότι τα ιαπωνικά συστήματα μάχης οργανώθηκαν, καταγράφηκαν και διασώθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απο ότι συνέβη σε άλλα μέρη.

Παρά τις εξωτερικές επιρροές, οι Ιάπωνες εφηύραν τις δικές τους μαχητικές τεχνοτροπίες. Από την περίοδο Γιαγιόι (300 π.Χ.-300 μ.Χ.) μια μορφή πάλης σούμο λάμβανε χώρα ως γεωργική τελετουργία κατά τις πλούσιες συγκομιδές. Οι ρίζες του σούμο, θεωρείται ότι βρίσκονται στις αναφορές του ημιστορικού Νίχον Σόκι (Τα Χρονικά της Ιαπωνίας), του δεύτερου παλαιότερου βιβλίου για την ιστορία της Ιαπωνίας. Την ίδια εποχή αρχίζει και η εξοικείωση με τις χάλκινές και σιδερένιες λεπίδες.

Δεν είναι γνωστές οι εκπαιδευτικές μέθοδοι που ακολουθούσαν οι στρατιώτες κατά τις περιόδους Ασούκα (538-710) και Νάρα (710-794), στο πλαίσιο του εθνικού νομικού συστήματος ριτσουρίο. Αυτό που είναι γνωστό, όμως, είναι ότι κατά την περίοδο Χέιαν (794- 1192) λάμβαναν χώρα ιεροτελεστίες όπως το χικίμε (ιεροτελεστία του σφυρίγματος του βέλους), το τζαράι (τελετουργική σκοποβολή) και το sechie-Zumo (αγώνες σούμο σε ιεροτελεστίες στην αυτοκρατορική αυλή).

Περίπου κατά τον 10ο αιώνα εμφανίστηκαν οι ιδιωτικοί στρατοί των επαγγελματιών πολεμιστών, γνωστών και ως μπούσι, των οποίων η ηγεμονία στην χώρα εγκαθιδρύθηκε με τον σχηματισμό του μπακούφου ή σογκουνάτου της Καμακούρα (1185–1333). Οι πολεμιστές της εποχής ασκούνταν στην έφιππη τοξοβολία, με το τόξο και το δόρυ να αποτελούν τα κύρια όπλα στα πεδία των μαχών. Οι μαχητικές εμπειρίες σε τεχνικές και τεχνοτροπίες άρχισαν να καταγράφονται απο τα μέλη των φατριών που τις ασκούσαν κατά την περίοδο Μουρομάτσι (1336-1573), με την οικογένεια των Ογκασαουάρα να οργανώνει και να γράφει πραγματείες για την έφιππη τοξοβολία και την τελετουργική εθιμοτυπία, πράγμα που την κατέστησε προάγγελο των πολεμικών παραδόσεων, ριουχα, που ακολούθησαν.

Κλασσικές σχολές
Το μοντέλο των σύγχρονων μπούντο προέκυψε απο τα ριουχά μπουτζούτσου, τις παραδοσιακές σχολές πολεμικών συστημάτων, τα οποία άρχισαν να αναπτύσσονται απο τα τέλη του 15ου αιώνα και μέχρι τον 16ο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της ταραχώδους περιόδου Σενγκόκου (1467-1573) τα μπουτζούτσου έγιναν πιο εξειδικευμένα και οργανώθηκαν με διακριτό τρόπο απο πολεμιστές της εποχής.

Ταυτόχρονα τα θρησκευτικο-φιλοσοφικά κινήματα της χώρας δεν άφησαν ανεπηρέαστη την ανάπτυξη των σχολών αυτών. Το Σίντο, ο Βουδισμός και ο Κομφουκιανισμός είχαν άμεση εμπλοκή, με τους ιδρυτές διάφορων συστημάτων να ζουν ασκητική ζωή σε ιερούς χώρους που συνδέθηκαν με την γέννηση αυτών των συστημάτων (π.χ. τα τεμένη Κατόρι και Κάσιμα).

Προς το τέλος του 16ου αιώνα, στις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, και με την εισαγωγή και επικράτηση της χρήσης των τουφεκιών επήλθε μια αλλαγή στην στρατηγική των μαχών καθώς και στην χρήση των όπλων. Έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα άρχισε να δίνεται στην καλλιέργεια τεχνικών με ελαφρύτερο οπλισμό, αλλά και στην άοπλη πάλη.

Περίοδος Έντο
Κατά την περίοδο της ενοποίησης της Ιαπωνίας, απο τα τέλη του 16ου αιώνα και μέχρι τις πρώτες φάσεις της περιόδου Έντο ή Τοκουγκάουα (1603-1868), η ρευστή και απρόβλεπτη πολιτική κατάσταση της χώρας έκανε πολλούς νταϊμιο (φεουδάρχες) να προσλαμβάνουν γνωστούς για τις ικανότητες τους μπούσι, για την εκπαίδευση των ιδιωτικών τους στρατών καθώς και για να ηγούνται στις μάχες. Έτσι ο αριθμός των ριουχά αυξήθηκε ραγδαία.

Το σογκουνάτου των Τοκουγκάουα εγκαθιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα και η χώρα μπήκε σε μια μακρά περίοδο σχετικής ειρήνης και πολιτιστικής άνθισης. Η καλλιέργεια των τεχνικών του ξίφους απέκτησε κεντρικό ρόλο στην άσκηση των μπούσι ενώ το ίδιο το όπλο απέκτησε συμβολικό χαρακτήρα. Τα συστήματα κεντζούτσου (τεχνικές ξίφους) αναδείχθηκαν σε κυρίαρχες πολεμικές τέχνες.

Η εξάσκηση στο κεντζούτσου επικεντρώθηκε στο κάτα-γκέικο (μελέτη μέσω προκαθορισμένων φορμών) με «ζωντανές» (αληθινές) λεπίδες ή με ξύλινες ρεπλίκες (μποκούτο). Και οι άοπλες τεχνικές (τζουτζούτσου) βασίζονταν στις προκαθορισμένες φόρμες εξάσκησης μεταξύ των παρτενέρ (ούκε-τόρι). Οι μπούσι της εποχής, αν και ζούσαν σε ειρηνικές εποχές αναμενόταν να ασκούνται συνεχώς και να βρίσκονται σε ετοιμότητα. Το γεγονός της εμβάθυνσης με την πολιτιστική ακμή ανάδειξε τις πολεμικές τέχνες σε κοινωνική, κόσμο-φιλοσοφική αλλά και καλλιτεχνική ενασχόληση. Ήταν η εποχή που γράφτηκαν μνημειώδη πονήματα πέρα του πλαισίου των θανατηφόρων τεχνικών, όπως το Χέιχο Καντένσο (Το Ζωογόνο Ξίφος, 1632) του Γιάγκιου Μουνενόρι και το Γκόριν νο Σο (Το Βιβλίο των Πέντε Κύκλων, 1645) του Μιγιαμότο Μουσάσι.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ευημερίας οι ριουχα άρχισαν να δίνουν περισσότερη έμφαση στις διανοητικές και υπαρξιακές αναζητήσεις, κρατώντας ταυτόχρονα τους μπούσι απασχολημένους απο την πολιτική. Απο την άλλη πλευρά τον 19ο αιώνα άρχισαν να γίνονται πολλοί δημοφιλείς οι αγώνες γκέκεν μεταξύ των ξιφομάχων απο διαφορετικές σχολές, αφού ήδη είχε αρχίσει να εξελίσσεται ο προστατευτικός εξοπλισμός. Έτσι ξεκίνησαν να ανοίγουν πολλά ιδιωτικά ντότζο πολεμικών τεχνών, ενώ αρκετά άρχισαν να δέχονται ως μαθητές και μέλη άλλων αναδυόμενων κοινωνικών ομάδων εκτός της ελίτ των πολεμιστών. Εν τέλη κατά το τέλος της περιόδου Έντο επήλθε ένας εκ νέου μοντερνισμός των πολεμικών τεχνών που έδινε περισσότερη βαρύτητα στους διαγωνισμούς.

Σύγχρονο Μπούντο
Το 1868 ήταν το έτος της Παλινόρθωσης Μεϊτζί, με την πολιτική και στρατιωτική δύναμη να επιστρέφει απο τον σογκούν στον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Η πίεση που ασκήθηκε απο τις δυτικές δυνάμεις για το άνοιγμα της χώρας είχε ως αποτέλεσμα η νέα κυβέρνηση να ξεκινήσει μια διαδικασία σχεδόν βίαιου εκσυγχρονισμού. Σε αυτό το πλαίσιο η τάξη της ελίτ των μπούσι διαλύθηκε με το διάταγμα χαϊτορέι το οποίο εκδόθηκε στα 1876. Τα πολεμικά συστήματα που είχαν αναπτυχθεί κατά την περίοδο Έντο εξωθήθηκαν στα πρόθυρα της εξαφάνισης τους και πολλά πράγματι δεν άντεξαν.

Οι άνεργοι και χρεοκοπημένοι πολεμιστές άρχισαν να βρίσκουν τα προς το ζην συμμετέχοντας σε δημόσια σόου πολεμικών τεχνών και διδάσκοντας το ευρύ κοινό που έδειχνε ένα έντονο ενδιαφέρον για το θρυλικό παρελθόν, μάλλον ωθούμενο απο την αντίρροπη δύναμη της απότομης εκ-δυτικοποίησης.

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Σατσούμα στα 1877, μια ελίτ μονάδα της αστυνομίας γνωστή και ως μπατοτάι, οπλισμένη μόνο με σπαθιά πέτυχε μια πολύ σημαντική νίκη κατά των δυνάμεων των στασιαστών, που είχε ως αποτέλεσμα την αναθεώρηση της ιδέας για τις κλασσικές σχολές και την εξάσκηση της αστυνομίας σε γκέκεν και τζούτσου καθώς και την διοργάνωση συνεδρίων πολεμικών συστημάτων με επιδείξεις και διαγωνισμούς.

Δύο απο τις προσωπικότητες που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του μπούντο, μιας διαδικασίας που εξαρχής δεν συνέβη απότομα, ήταν οι Γιαμαόκα Τέσου (1836-1888) και Τζιγκόρο Κάνο (186o-1938). Ο πρώτος υπήρξε πολιτική προσωπικότητα και ιδρυτής της κλασσικής σχολής ξίφους Ίτο Σόντεν Μούτο ρίου, ενώ ο δεύτερος ήταν ακαδημαϊκός και ιδρυτής του μοντέρνου τζούντο. Ο Τέσου θεωρείται ως ο γεφυρωτής του κεντζούτσου της περιόδου Έντο με αυτό του μοντέρνου κέντο, ενώ ο Κάνο εισήγαγε πολλές καινοτομίες, μεταξύ αυτών και την βαθμονόμηση των νταν, οι οποίες αποτέλεσαν το αρχέτυπο μοντέλο για τα σύγχρονα μπούντο.

Αρχής γενομένης με τον πρώτο Σινοϊαπωνικό πόλεμο το 1894, η Ιαπωνία μπήκε σε έναν μακρύ κύκλο συρράξεων για να εγκαθιδρύσει την θέση της ως ηγέτιδα δύναμη μεταξύ των άλλων υπερδυνάμεων και ο οποίος έληξε με την ήττα της απο τις συμμαχικές δυνάμεις στον Πόλεμο του Ειρηνικού (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος). Οι πολεμικές τέχνες, ελεγχόμενες απο την πολιτική ηγεσία, έπαιξαν σημαντικό ρόλο, ως προπαγανδιστικό μέσο, στην εκπαίδευση του στρατού, της αστυνομίας, παραστρατιωτικών οργανώσεων και απλών πολιτών, ενώ εντάχθηκαν και στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Στα 1895 ιδρύθηκε το Dai-Nippon Butokukai, μια ομπρέλα για τα πολεμικά συστήματα. Ο Κάνο υπήρξε υπεύθυνος του για το τμήμα τζουτζούτσου, ενώ στα 1909 έγινε μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Εκτός απο το τζούντο ο Τζίγκορο Κάνο συνείσφερε στην διάδοση και ανάπτυξη και άλλων πολεμικών τεχνών όπως το κέντο, το σούμο, το αϊκίντο, ενώ έπαιξε μεγάλο ρόλο στην εισαγωγή του καράτε απο την Οκινάουα.

Την δεκαετία του ’20 διάφορα ξένα σπορ εισήχθησαν στην Ιαπωνία και το κόνσεπτ των αγώνων έτυχε μεγάλης αποδοχής, γεγονός που μαζί με την εισαγωγή της Ολυμπιακής ιδέας είχε ως αποτέλεσμα την αναμόρφωση κάποιων μπούντο με σαφή διαγωνιστικά τμήματα, κανόνες, διαιτησία κτλ. Ωστόσο οι Ιάπωνες επέμεναν να δίνουν βαρύτητα στην διανόηση μέσω του κέικο στις πολεμικές τέχνες, πράγμα που δεν συνέβη τουλάχιστον στη πρώτη φάση της διάδοσης του μπούντο στο εξωτερικό.

Μετά την ήττα της Ιαπωνίας το 1945, οι δυτικές δυνάμεις κατοχής βρήκαν το κόνσεπτ του μπούντο ως ασυμβίβαστο με τις δημοκρατικές αξίες και το έθεσαν υπό περιστολή, θεωρώντας ό,τι έτσι εξαλείφουν υπολείμματα του μιλιταρισμού και του εθνικισμού. Το Butokukai διαλύθηκε και το μπούντο έπαψε να διδάσκεται στα σχολεία. Ωστόσο υπό το πλαίσιο του αθλητισμού και λόγο της ανάγκης για την εκπαίδευση των αστυνομικών μονάδων, καθώς και της γοητείας που ασκούσε στους δυτικούς, η αναστολή της δημόσιας μελέτης των πολεμικών τεχνών δεν κράτησε για πολύ. Το 1946 επανήλθαν το σούμο και το καράτε-ντο, ενώ δεν άργησε και το τζούντο, δεδομένης της διεθνούς δημοφιλίας του, αφού ήδη απο το 1932 είχε κάνει την εμφάνιση του στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το κέντο άργησε πιο πολύ, μια καθυστέρηση που μάλλον οφειλόταν στις προκαταλήψεις των ξένων και έτσι μια σπορ εκδοχή του έκανε αρχικά την εμφάνιση της με την ονομασία σινάι-κιόγκι. Το κέντο επανήλθε πλήρως με την ανεξαρτητοποίηση της χώρας το 1952. Το αϊκίντο είχε αποφύγει την ουσιαστική περιστολή, αφού ήδη το αρχηγείο του και ο ιδρυτής του, Μοριχέι Ουεσίμπα, είχαν μετακομίσει εκτός Τόκιο, στο χωριό Ιουάμα.

Τα μεταπολεμικά χρόνια απο τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και έπειτα άρχισε η άνθηση των πολεμικών τεχνών σε Ιαπωνία και εξωτερικό, η οποία και ακολούθησε την ανάδειξη της χώρας σε παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στην βαριά βιομηχανία και την οικονομία.. Η ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1964 στο Τόκιο προσέφεραν μια επιπλέον διεθνή αναγνώριση της χώρας και του μπούντο. Ταυτόχρονα τις τελευταίες δεκαετίες διεθνή δημοφιλία αποκτούν όλο και περισσότερες κλασσικές πολεμικές σχολές.

Σήμερα η ενασχόληση με τα ιαπωνικά πολεμικά συστήματα σε Ιαπωνία και εξωτερικό αποτελεί έναν εξαιρετικό συνδυασμό πολιτιστικής, κοινωνικής, φιλοσοφικής και αθλητικής ενασχόλησης.